LATEST NEWS

Have a quick look at our blog to show you all of the latest news from Europlan...

TEST

TEST
WHAT TO SAY HERE

Monday, 17 July 2017

Λασίθι: Μια ιστορία σαν παραμύθι _ Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΟΤΟΥ

Το όνομα Κοκοτός, όπως και το όνομα Νάκου, δεν έχουν απλά συνδεθεί από την αυγή κιόλας της δεκαετίας του 1970 με το μέχρι τότε άσημο και αφανές ψαροχώρι της Ελούντας, αλλά συνετέλεσαν καθοριστικά και κυρίαρχα στην ιστορική καμπή μεταμόρφωσης ολόκληρης της επαρχίας Μιραμπέλλου στον ανατολικότερο νομό της μεγαλονήσου. Μια μέχρι τότε άγνωστη και πανέμορφη γωνιά της ανατολικής Κρήτης, που τα ακρογιάλια της δεν απείχαν στην όψη και πολύ από την εποχή του Ομήρου, και που οι Γενουάτες από την αρχή κιόλας του 13ου αιώνα μαγεμένοι από την ομορφιά της, ονόμασαν «περιοχή με καλή θέα» (αυτό άλλωστε θα πει Μιραμπέλλο…), έπαιρνε το διαβατήριο για μια καινούργια εποχή. Η μέχρι τότε άγνωστη λέξη «τουρισμός» για τον τόπο, έμελλε να αποτελέσει για τα επόμενα σαράντα χρόνια το δεσπόζοντα και αδιαμφισβήτητο οικονομικό πόρο. Ο κ. Γιώργος Κοκοτός, που ας σημειωθεί βραβεύτηκε μαζί με τον αδελφό του Σπύρο τον Αύγουστο του 2004 από την τοπική κοινωνία της περιοχής για την προσφορά τους στον τόπο, περιγράφει με τον δικό του γλαφυρό τρόπο γραφής, τα γεγονότα εκείνης της εποχής, που δεν απέχουν και πολύ από το ξετύλιγμα ενός ελκυστικού παραμυθιού. Το άρθρο του κ. Κοκοτού, που να θυμίσουμε είναι και ο συγγραφέας των ενδιαφέροντων βιβλίων «Τζια-Θερμιά» & «Το χωράφι της Μαρούλαινας»,  δημοσιεύτηκει στο περιοδικό ATHENS VOICE τον Ιούλιο του 2012.
 
«Σ’ αυτό λοιπόν το σκηνικό, της φτώχειας και της εξαθλίωσης, καταφθάνει ένα πρωί στην Ελούντα ένα πολυπληθές κινηματογραφικό συνεργείο από το Χόλιγουντ. Επικεφαλής ο μέγας και τρανός Walt Disney και ένα μπουκέτο από διαλεκτούς ηθοποιούς, με κορυφαία τη Hayley Mills». (Ελούντα 1964: Η ηθοποιός Hayley Mills κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας)
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΟΤΟΥ (*)
Αρχές της δεκαετίας του ’70, νεαρός μηχανικός τότε, κατεβαίνω στην Κρήτη, στον Άγιο Νικόλαο, προκειμένου να ξεκινήσω την κατασκευή ενός ξενοδοχείου κοντά σ’ ένα άγνωστο τότε ψαροχώρι, την Ελούντα.
Πρώτη μου δουλειά μόλις έφτασα ήταν να ζητήσω να στελεχώσω το συνεργείο των οικοδόμων, τους οποίους είχα φέρει μαζί μου, με ντόπιους εργάτες. Το νέο, όπως ήταν φυσικό, κυκλοφόρησε πολύ γρήγορα στα χειμαζόμενα από ανείπωτη φτώχεια χωριά της περιοχής. Έτσι, από την άλλη κιόλας μέρα, άρχισε μια νέα κάθοδος των μυρίων.
Κατέφθαναν άνδρες κάθε ηλικίας, μερικοί σε βαθιά γηρατειά, φορώντας την κρητική τους στολή: τη βράκα, που μετά βίας έφτανε να καλύψει τα παμπάλαια στιβάνια τους, αφήνοντας έτσι να φανούν τα κάτισχνα πόδια τους. Το ξεθωριασμένο κεντητό γιλέκο και το μαύρο σαρίκι να τους σκεπάζει το μέτωπο, κλείνοντάς τους σχεδόν τα μάτια.
Νέα, αμούστακα παιδιά κι άλλοι μεγαλύτεροι έφταναν με κάθε μέσο. Άλλοι με τα πόδια κι άλλοι, οι πιο «προνομιούχοι», με τα γαϊδουράκια τους. Έρχονταν από παντού. Από το Σχίσμα και την Άνω και Κάτω Ελούντα, από τον Λούμα, τον Σκινιά, τη Φουρνή, τις Πινές, τον Βρουχά. Όλα χωριά της περιοχής, αλλά αρκετά χιλιόμετρα μακριά.
Στην αρχή τα ’χασα. Χρειαζόμουν μόλις μερικές δεκάδες κι εκείνοι ξεπερνούσαν τους διακόσιους. Και σ’ όλων το στόμα να κυριαρχεί μία και μοναδική λέξη: «Ντίσνεϊ». Aπόρησα όταν το άκουσα, μάλιστα προς στιγμή νόμισα πως παράκουσα. Η απορία μου όμως λύθηκε το ίδιο κιόλας βράδυ, όταν ρώτησα σχετικά, κατά την καθιερωμένη μου επίσκεψη στο σπίτι του, τον αξέχαστο φίλο μου Ρούσσο Καπετανάκη. Έναν άνθρωπο που δέκα χρόνια πιο πριν, αρχές του ’60, ως δήμαρχος της πόλης έγινε η αφορμή ώστε ν’ αρχίσει να ξετυλίγεται ο μίτος του τουρισμού της Κρήτης.
O Ρούσσος σιώπησε για λίγο κι ύστερα, πιάνοντας το κουβάρι των αναμνήσεών του, άρχισε να το ξετυλίγει. Δεν τον διέκοψα ούτε μια φορά, συγκλονισμένος, απλώς άκουγα… Για την Ελούντα, τους κατοίκους της και την απέραντη φτώχεια τους. Μια φτώχεια τόσο αβάσταχτη που ωθούσε πολλούς απ’ αυτούς να επιδιώκουν να κολλήσουν λέπρα προκειμένου «να περάσουν απέναντι», στη Σπιναλόγκα, για να εξασφαλίσουν  ένα πιάτο φαΐ κι ένα μικρό επίδομα… Βλέπεις, ο τόπος δεν έβγαζε τίποτα ή σχεδόν…
 
 
Ένας γκριζοκόκκινος βράχος, με υπόλευκες «φλέβες» να τον διαπερνά, να καλύπτει σχεδόν τα πάντα. Κι ανάμεσα στους βράχους να φυτρώνουν χαρουπιές και λίγες αναιμικές ελιές. Έτσι, το λίγο λάδι, το χαρούπι και η υπόλευκη «φλέβα», το ακόνι, όπως το έλεγαν –ένα υλικό από το οποίο, λόγω της σκληρότητάς του, φτιάχνονται οι τροχοί λείανσης και κοπής άλλων υλικών– αποτελούσαν τα μοναδικά μέσα για την επιβίωσή τους. Ακόμα τώρα μπορεί κανείς να διακρίνει, σε μερικά απάτητα μέρη, τους ατέλειωτους σωρούς από πέτρες, μάρτυρες αψευδείς του μόχθου των ανθρώπων που ολημερίς έσπαζαν τη σκληρή πέτρα για να πάρουν το ακόνι της.
Η φτώχεια, ως συνέπεια όλων αυτών,
Σ’ αυτό λοιπόν το σκηνικό, της φτώχειας και της εξαθλίωσης, καταφθάνει ένα πρωί στην Ελούντα ένα πολυπληθές κινηματογραφικό συνεργείο από το Χόλιγουντ. Επικεφαλής ο μέγας και τρανός Walt Disney και ένα μπουκέτο από διαλεκτούς ηθοποιούς, με κορυφαία τη Hayley Mills. Σκοπός τους να γυρίσουν σε ταινία το μυθιστόρημα της συγγραφέως Mary Stewart. Ήταν η συγγραφέας που λίγα χρόνια πριν, σε μια επίσκεψή της στην Κρήτη, καταστάλαξε στην Ελούντα. Κι εκεί μαγεύτηκε. Σε τέτοιο σημείο, που έμεινε για καιρό κι έγραψε ένα βιβλίο σαν παραμύθι, το «The moonspinners» («Τα φεγγαρογνέματα», στην ελληνική του απόδοση). Ήταν τέτοια η ομορφιά του τόπου, με κείνο το μοναδικό ολόγιομο ελουντιανό φεγγάρι να φωτίζει, με το μυστηριακό του φως, τη λιμνοθάλασσα, που η συγγραφέας όχι απλώς μαγεύτηκε κι εμπνεύστηκε το βιβλίο, αλλά κι όταν ο Disney της ζήτησε να το γυρίσει ταινία αυτή δέχτηκε, υπό έναν και μοναδικό όρο: η ταινία να γυριστεί στην Ελούντα!
Κι έτσι όλα, από τη μια μέρα στην άλλη, άλλαξαν: σπίτια ανακαινίστηκαν, νερό ήρθε, μπάνια και τουαλέτες φτιάχτηκαν, πλατείες και δρόμοι ανακατασκευάστηκαν και το σύνολο των κατοίκων  προσλήφθηκαν, άλλοι ως κομπάρσοι κι άλλοι στις βοηθητικές εργασίες της ταινίας. Το χρήμα –παντελώς άγνωστο είδος έως τότε– άρχισε να ρέει άφθονο…
Eδώ κάπου τελειώνει τη διήγησή του ο Ρούσσος Καπετανάκης, αφήνοντάς με άφωνο και προβληματισμένο από το βαρύ φορτίο που αναλάμβανα, με την ταύτιση που είχε γίνει από τους κατοίκους του χωριού, του ξενοδοχειακού έργου με εκείνο του κινηματογραφικού, ένα φορτίο που άρχιζε κιόλας να βαραίνει τους ώμους μου…
* Ο κ. ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΚΟΤΟΣ έχει γράψει τα βιβλία «Tζια-Θερμιά», που κυκλοφορεί από τις εκδ. GEMA και το «Χωράφι της Μαρούλαινας» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ. Το πιο πάνω άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ATHENS VOICE τον Ιούλιο του 2012.

0 comments:

Post a Comment